Τα Χριστούγεννα, μεγάλη γιορτή, ήταν ευκαιρία τα παλιότερα χρόνια για γλέντι και καλό φαγητό που οι άνθρωποι δεν είχαν την ευκαιρία να απολαμβάνουν στην καθημερινότητά τους. Οι προετοιμασίες ξεκινούσαν από νωρίς και είχαν να κάνουν κυρίως με το σφάξιμο του γουρουνιού της κάθε οικογένειας, το οποίο το κάθε σπίτι κρατούσε μήνες πριν και το μεγάλωνε ειδικά για το σκοπό αυτό. Ένα από τα πιο γνωστά έθιμα, εκείνο της «γουρνοχαράς» αναβιώνει για άλλη μία χρονιά τη δεύτερη μέρα των Χριστουγέννων στην πλατεία Ειρήνης στη Σωτήρα Τρικάλων, από τις 10 το πρωί και θα συνεχιστεί με γλέντι, έως αργά το βράδυ.
Tα έθιμα της περιόδου του Δωδεκαημέρου, των ημερών από την παραμονή των Χριστουγέννων μέχρι και την ημέρα των Θεοφανείων κατέχουν ιδιαίτερη θέση στη λαογραφία του τόπου μας. “Οι μέρες αυτές στην περιοχή μας είχαν την ονομασία «παγανά» γιατί όπως πίστευαν αυτό το διάστημα ανέβαιναν και κυκλοφορούσαν στη γη (κυρίως τη νύχτα) τα κακά πνεύματα με τη μορφή καλικαντζάρων. Για το λόγο αυτό έλεγαν πως δεν κάνει κανείς να δουλεύει μετά τη δύση του ήλιου γιατί ότι δουλειά κι αν έκανε του τη χαλούσαν οι καλικάντζαροι. Στο πνεύμα αυτό και για να ξορκίσουν το κακό έβγαιναν στους δρόμους του χωριού τα «ρογγατζάρια» ή «κουδουνάδες» (άνδρες με προβιές και ζωσμένοι στη μέση τους κουδούνια που τα χτυπούσαν δυνατά για να διώξουν μακριά το κακό). Συνήθως τα παιδιά δεν επιτρεπόταν να είναι έξω απ’ το σπίτι μετά το σούρουπο και για να προστατεύονται απ’ τα κακά πνεύματα τους έβαζαν στις τσέπες θυμίαμα» αναφέρει ο πρόεδρος του Μ.& Ε. Συλλόγου Σωτήρας Τρικάλων Σάκης Παπαβασιλείου.
Ο κ. Παπαβασιλείου μας δίνει πληροφορίες για το έθιμο της γουρνοχαράς κι όλη τη διαδικασία που το συνόδευε.
Γουρνοχαρά
Το κάθε σπίτι είχε φροντίσει να προμηθευτεί ένα γουρούνι νωρίς την άνοιξη – «έτσι έκαναν οι νοικοκυραίοι». Πήγαιναν στο παζάρι, διάλεγαν ένα καλό γουρουνόπουλο που θα ¨έβαζε΄΄ κρέας, το έριχναν στο σακί και τόφερναν καβάλα στο γομάρι. Στο σπίτι είχαν το γουρνοκούμασο ένα φραγμένο μέρος στο πίσω μέρος του σπιτιού, συνήθως μικρό για να μην κινείται πολύ το ζώο με μια μικρή κοπανούλα για ταίστρα. Το τάιζαν κυρίως τυρόγαλο, στο οποίο πρόσθεταν πίτυρα. Έτσι το κρέας γινόταν νόστιμο και τρυφερό.
Τα γουρούνια σφάζονταν συνήθως τις παραμονές των Χριστουγέννων ή και μερικές μέρες μετά (του Αγ. Στεφάνου). Η διαδικασία ήταν κοπιαστική γι’ αυτό και ο κάθε νοικοκύρης προσκαλούσε συγγενείς και γείτονες για να βοηθήσουν.
Οι άνδρες νωρίς το πρωί ετοίμαζαν το γουρούνι που ήταν για σφάξιμο. Έπιαναν δύο τα πίσω πόδια, δύο τα μπροστινά και ο πέμπτος αφού φρόντιζε πρώτα να δέσει το στόμα του γουρουνιού με σύρμα για να μη τον δαγκώσει, έμπηγε το μαχαίρι στο λαιμό του άτυχου ζώου. Ακολουθούσε η ιεροτελεστία του θυμιατίσματος του ζώου. Η νοικοκυρά του σπιτιού έπαιρνε κάρβουνα απ’ τη φωτιά και, μαζί με θυμίαμα θυμιάτιζε το σφάγιο για να ξορκίσει το κακό και για να ευχηθούν την επόμενη χρονιά το σφαχτό τους να είναι μεγαλύτερο. Για τον ίδιο λόγο χάρασσαν το σχήμα του σταυρού στο λαιμό του ζώου. Από τον λαιμό έκοβαν τον «γκουργκουλιάνο» (κομμάτι του λαιμού) και τον έριχναν στα κάρβουνα να ψηθεί, ήταν ο πρώτος μεζές.
Στη συνέχεια τοποθετούσαν αριστερά και δεξιά του από ένα καδρόνι για να σταματάει όρθιο πάνω στη ραχοκοκαλιά. Αφαιρούσαν το κεφάλι για να το ζεματίσουν οι γυναίκες και να το καθαρίσουν από τις τρίχες.
Ακολουθούσε το γδάρσιμο, που ήθελε ειδικά μαχαίρια και προσοχή για να μην τρυπηθεί αλλά και να μην μείνει λίπος στο δέρμα.
Το δέρμα το άπλωναν να στεγνώσει, το αλάτιζαν και μετά το δίπλωναν και το αποθήκευαν. Απ’ αυτό κατασκευάζονταν τα γουρουνοτσάρουχα που φορούσαν στα πόδια τους σε πιο ήπιες καιρικές συνθήκες, όχι σε βροχές και χιόνια το χειμώνα. Αργότερα τα πουλούσαν στους εμπόρους δερμάτων.
Ανοιγόταν η κοιλιά του ζώου για βγουν τα εντόσθια, τα οποία έπλεναν και καθάριζαν οι γυναίκες, …και η «γουρνοχαρά» ξεκινούσε με την πρώτη τηγανιά.
Οι πιτσιρικάδες περίμεναν πως και πώς να πάρουν την φούσκα (ουροδόχο κύστη) που με ένα καλάμι την φούσκωναν και την έκαναν μπάλα ποδοσφαίρου.
Το υπόλοιπο ζώο κοβόταν σε τέσσερα τεμάχια όσα και τα πόδια, για να μπορεί να κρεμαστεί στο δέντρο μέχρι να τεμαχιστεί σε μικρότερα κομμάτια. Το ψαχνό προμαγειρεύονταν και συντηρούνταν μέσα στο λίπος του γουρουνιού σε μεγάλα δοχεία ή βαρέλια για μήνες μετά. Είναι η «αλευριά» που συνήθως μετά μαγειρεύονταν με πράσα ή στο τηγάνι με αυγά.
Λίπα – Τσιγαρίδες
Παράλληλα ξεκινούσε η διαδικασία του λιωσίματος του λίπους και η παρασκευή των τσιγαρίδων ( γυναικεία δουλειά). Σε χαλκοματένιο σκεύος (καζάνι) έριχναν μέσα τα κομμάτια λίπους με λίγο νερό για να μην ΄΄αρπάξουν’’ και ανακάτευαν με το ξύλο. Αφού το λίπος έλιωνε, το συνέλεγαν σε τενεκέδες (σαν του ελαιολάδου αλλά με μεγάλο καπάκι) ή και σε βαρέλια. Τα εναπομείναντα κομμάτια μέσα στο καζάνι ήταν οι τσιγαρίδες. Το λίπος φυλάσσονταν στην αποθήκη και χρησιμοποιούταν στο μαγείρεμα αντί του ελαιολάδου για όλη τη διάρκεια του χρόνου. Επειδή ακριβώς το ελαιόλαδο δεν παραγόταν στην περιοχή και για το λόγο αυτό ήταν δυσεύρετο και ιδιαίτερα ακριβό οι άνθρωποι σπάνια το χρησιμοποιούσαν και το αντικαθιστούσαν με τη λεγόμενη «λίπα».
Λουκάνικα
Μέρος από το ψαχνό κρέας το ψιλόκοβαν στην τάβλα και το αναμείγνυαν με πράσα και μπαχαρικά. Τα καλοπλυμένα έντερα του ζώου γεμίζονταν με το υλικό, δένονταν σε ισομερή κομμάτια με σπάγκο και κρεμιόταν κοντά στον «μπουχαρί» (τζάκι) για να στεγνώσουν και να ωριμάσουν. Τα Φώτα «φώτιζε» και τα λουκάνικα ο παπάς, τότε ήταν έτοιμα προς κατανάλωση.
Τα κόκκαλα του ζώου με το λίγο κρέας που έχει μείνει πάνω βράζονταν και τρώγονταν με τραχανά ή πλιγούρι. Το κεφάλι τα πόδια και η ουρά βράζονταν για να φτιαχτεί ο πατσάς που τρώγονταν σαν ζεστή σούπα αλλά και κρύος. (η «πηχτή»).
Με το τέλος της δουλειάς, άρχιζε το γλέντι και το τραγούδι, οι τηγανιές και τσίπουρα έδιναν κι έπαιρναν. Επί της ευκαιρίας ανοιγόταν και το βαρέλι με το ντόπιο κρασί μιας και είχαν πιάσει τα πρώτα κρύα.
Τα εδέσματα στο γιορτινό τραπέζι των Χριστουγέννων είναι κυρίως η κοτόσουπα (από παλιά κότα), πρασοσέλινο στον ταβά και χοιρινή τηγανιά. trikalaview
Η Μαίρη Τσιλιώνη (κόρη της Βάσως Καρακώστα-Τσιλιώνη και εγγονή της συγχωρεμένης Αγαπούλας Καρακώστα) μας έστειλε ένα κείμενο που έγραψε η μητέρας της, για το έθιμο της γουρνοχαράς, στο ετήσιο περιοδικό του συλλόγου Καρδιτσιωτών νομού Φθιώτιδας «Ο Καραϊσκάκης». Το παραθέτουμε παρακάτω:
Η γουρνοχαρά - Έθιμα παλιά που ζήσαμε στα χωριά μας και τα νοσταλγούμε να τα ξαναζήσουμε
Μνήμες από τη Δαφνοσπηλιά Καρδίτσας
Γράφει: Καρακώστα – Τσιλιώνη Βάσω, Υπάλληλος ΙΚΑ
Τα Χριστούγεννα είναι από τις μεγαλύτερες γιορτές της Χριστιανοσύνης και γι’ αυτό προσπαθούσαμε να τις χαρούμε για να αλλάξει η καθημερινότητά μας. Σαν μικρά παιδιά περιμέναμε και τη γουρνοχαρά που γινόταν με μεγάλη ιεροτελεστία.
Γυρνώντας το πρωί των Χριστουγέννων από την εκκλησία, οι νοικοκυρές άναβαν αμέσως το καζάνι για να έχουν ζεστό νερό. Μαζεύονταν 4-5 άντρες για να σφάξουν το γουρούνι, το οποίο είχαν από μικρό μεγαλώσει με αποφάγια, τυρόγαλο και κολοκύθια προσπαθώντας να το παχύνουν ειδικά για αυτό το σκοπό. Αφού το πιάνανε από τα πόδια, το ρίχνανε κάτω και αυτό έσκουζε (νομίζω ότι ακούω ακόμη αυτό το σκούξιμο).
Ένας το χτύπαγε με το τσεκούρι στο κεφάλι κι άλλος το έσφαζε με το μαχαίρι. Τοποθετούσαν από κάτω κλαριά και ξύλα για να ακουμπήσουν πάνω το ζώο και ξεκίναγε η διαδικασία του γδαρσίματος. Η νοικοκυρά το θυμιάτιζε. Το ξεκοιλιάζανε, βγάζανε τα εντόσθια και τα έντερα, μαζί και το παχιάντερο (παχύ έντερο). Τα πρώτα κομμάτια κρέας που κόβανε, συνήθως απ’ την κοιλιά, τα ρίχνανε στα κάρβουνα να ψηθούν κι αυτά ήταν ο πρώτος και ο καλύτερος μεζές. Πίνανε κρασί καλό και ντόπιο και ανταλλάσσανε ευχές όπως: “καλοφάγοτο το χοιρινό”, “πολύ λίπα να βγάλουν και να έχουν καλή υγεία και καλή σοδειά”“και καλή παντρειά, αν υπήρχαν ανύπαντρα κορίτσια και αγόρια στο σπίτι”.
Βγάζανε και την κατρήθρα (ουροδόχο κύστη). Την μάλαζαν με στάχτη, τη φουσκώνανε και την παίζανε τα αγόρια σαν μπάλα.
Βγάζανε το λίπος και παρακαλούσαν να είναι πολύ για να βγάλουν πολύ λίπα, γιατί αυτό ήταν το λάδι που χρησιμοποιούσαν στα περισσότερα φαγητά. Το πλένανε, το σκουπίζανε, το κόβανε μικρά κομμάτια, το αλατίζανε και το βάζανε στο καζάνι να λιώσει ανακατεύοντάς το συνέχεια μ’ ένα ξύλο. Το λιωμένο λίπος το βάζανε σε τενεκέδες και το αφήνανε να πήξει. Όποιος έβγαζε πολλούς τενεκέδες λίπους ήταν χαρούμενος γιατί θα έβγαζε όλη τη χρονιά. Μ’ αυτό φτιάχνανε κουραμπιέδες, πίτες και πολλά άλλα φαγητά. Ήταν και το πρωινό μας, αφού καψαλίζαμε τη φέτα του ψωμιού στο τζάκι, το αλείφαμε με λίπα αντί για βούτυρο και τρώγαμε.
Τα κομμάτια του λίπους που είχαν και λίγο κρεατάκι, λιώνανε και αφού τσιγαρίζονταν, γινότανε οι καλύτερες τσιγαρίδες. Άλλη μια νοστιμιά η τσιγαρίδα που την τρώγαμε σκέτη ή με αυγά τηγανιτά ή με πράσα. Τις βάζανε επίσης και στην μπατζίνα.
Έπειτα κόβανε το κρέας σε κομμάτια. Άλλο κομμάτι για μαγείρεμα, το οποίο αλατίζανε με χοντρό αλάτι και το βάζανε σε πιθάρια, άλλο για λουκάνικα.
Ακολουθούσε η προετοιμασία για τα λουκάνικα. Αφού πλένανε τα έντερα, κόβανε με το τσεκούρι σε μικρά κομμάτια το κρέας, τα πράσα, και είχαν από πριν έτοιμο το πιπέρι, τη ρίγανη και το αλάτι. Τα ανακατεύανε όλα μαζί και μ’ αυτό το μίγμα γεμίζανε τα λουκάνικα.
Τα δένανε στις δύο άκρες τους και τα κρεμούσαν σ’ ένα ξύλο πάνω από το τζάκι για να στεγνώσουν. Εμείς τα μικρά παιδιά τα κοιτούσαμε κάθε μέρα πότε θα στεγνώσουν για να τα φάμε.
Τα παχύ έντερο (παχιάντερο) αφού το ζεματίζανε, το πλένανε καλά, του ρίχνανε και ξύδι για να μην μυρίζει και το γεμίζανε με τα εντόσθια ψιλοκομμένα, με κρέας, με ρύζι ή μπλουγούρι, μυρωδικά, αλατοπίπερο και το δένανε από τις δύο άκρες για να μην ανοίξει. Το τρυπάγανε για να μην σκάσει και το ψήνανε. Αυτό ήταν το μπουμπάρι.
Το κεφάλι, τα αφτιά και τα πόδια τα χρησιμοποιούσανε στον πατσά. Τα βάζανε σε ζεστό νερό και τα ξυρίζανε για να φύγουν όλες οι τρίχες. Τα βράζανε και τα ψιλοκόβανε. Στη συνέχεια σε μια κατσαρόλα βράζανε νερό, ξύδι, σκόρδο και το κρέας, αλάτι, πιπέρι και αυτός ήταν ο πατσάς.
Το φαγητό αυτό τρωγότανε με δύο τρόπους:
Ζεστό σαν σούπα
Το γυρίζανε σε ταψί και αφού πάγωνε, το κόβανε κομμάτια και το τρώγανε κρύο, η λεγόμενη πηχτή.
Τίποτα δεν πήγαινε χαμένο. Ακόμη και το δέρμα του γουρουνιού το χρησιμοποιούσαν για να φτιάξουν παπούτσια. Τα γνωστά μας γουρνοτσάρουχα.
Κάπως έτσι τελείωνε η γιορτινή μέρα των Χριστουγέννων, με το έθιμο της γουρνοχαράς.
Έθιμα που μένουν χαραγμένα στη μνήμη μας και που τέτοιες μέρες, μέρες Χριστουγέννων ανακαλούνται για να μας θυμίζουν τις φτωχικές εκείνες μέρες των παιδικών μας χρόνων που εμείς οι παλιότεροι ζήσαμε στα χωριά μας και που με νοσταλγία αναπολούμε αλλά και που έχουμε χρέος να τα μεταφέρουμε στις νεότερες γενιές. dafnospiliakarditsas
The post 26 Δεκεμβρίου: To έθιμο της γουρνοχαράς αναβιώνει στη Σωτήρα Τρικάλων appeared first on hellasforce.
from hellasforcehellasforce » | Ανεξάρτητο Ειδησεογραφικό Δίκτυο http://ift.tt/1wpGARI
via IFTTT
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου