Μετά την άρνηση της Τουρκίας να υιοθετήσει τη διακοίνωση της Ελλάδας, της Βουλγαρίας και της Σερβίας για την «επικύρωση της εθνικής αυτονομίας των εθνοτήτων της αυτοκρατορίας» και να προβεί σε διοικητικές πολιτικές μεταρρυθμίσεις στις περιοχές όπου ζούσαν εθνότητες χριστιανών, οι τρεις χώρες κηρύσσουν τον πόλεμο κατά της Πύλης. Αρχή του Α” Βαλκανικού Πολέμου.
Α΄ Βαλκανικός Πόλεμος
Εισαγωγή
Η επιθυμία των βαλκανικών κρατών –Ελλάδα, Σερβία, Μαυροβούνιο και Βουλγαρία– για οριστική αποτίναξη της οθωμανικής κυριαρχίας οδήγησε στις αρχές του φθινοπώρου του 1912 στη σύμπραξη κατά της ασθμαίνουσας Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η άρνηση της Τουρκίας να αποδεχθεί ριζικές μεταρρυθμίσεις προς όφελος των χριστιανικών πληθυσμών είχε ως αποτέλεσμα την κήρυξη του πολέμου, ο οποίος ονομάστηκε Α΄ Βαλκανικός Πόλεμος. Παρά το γεγονός ότι μεταξύ των τεσσάρων συμμαχικών κρατών είχαν συναφθεί αμυντικές συνθήκες και συμφωνίες, ωστόσο εισήλθαν στον πόλεμο χωρίς κοινό σχέδιο επιχειρήσεων.
Στις 4 το απόγευμα της 5ης Οκτωβρίου 1912 έφτανε στην Αθήνα η πρώτη είδηση για την έναρξη του πολέμου των Βαλκάνιων συμμάχων κατά της Τουρκίας, και την προέλαση τής υπό τον διάδοχο τότε Κωνσταντίνο ελληνικής στρατιάς στη Μακεδονία. Είκοσι μόλις μέρες μετά, η ελληνική σημαία κυμάτιζε στη Θεσσαλονίκη.
Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι 1912-1913 αναμφισβήτητα αποτελούν ιστορικό ορόσημο στη Νεότερη Ιστορία της Ελλάδας και μία από τις μεγαλύτερες εξάρσεις του Έθνους. Κατά τους πολέμους αυτούς όλοι οι Έλληνες αδελφωμένοι σε εθνική πανστρατιά και με ζηλευτή ομοψυχία αποδύθηκαν σ” έναν τιτάνιο αγώνα.
Η Ελλάδα, διαθέτοντας την περίοδο εκείνη έναν πλήρως αναδιοργανωμένο, άρτια εκπαιδευμένο και καλά εξοπλισμένο Στρατό και έχοντας εξασφαλισμένη την υπεροπλία στη θάλασσα, χάρη στο Ναυτικό της, έμπαινε στον πόλεμο κατά της Τουρκίας στο πλευρό των Βαλκανικών Συμμάχων της Βουλγαρίας, Σερβίας και Μαυροβουνίου, με τις ευνοϊκότερες συνθήκες. Ακλόνητη πίστη όλων ήταν η απελευθέρωση των εθνικών εδαφών και των ομοεθνών τους που εξακολουθούσαν να βρίσκονται υπό το ζυγό των Τούρκων και καθημερινά υπέφεραν το φυλετικό και θρησκευτικό φανατισμό τους. Επιπλέον η Ελλάδα επιθυμούσε να αποπλύνει την ήττα του άτυχου πολέμου του 1897, που τόσα δεινά της είχε φέρει.
Στη γιγάντια αυτή προσπάθεια, ο Ελληνικός Στρατός, πέρα από την ένθερμη συμπαράσταση ολόκληρου του ελληνικού λαού, είχε και την ενεργή συμμετοχή των αλύτρωτων ακόμη αδελφών μας, αλλά και πολλών φιλελλήνων του Εξωτερικού και Κρητών εθελοντών, που κατά χιλιάδες συνέρεαν και ενίσχυαν τον αγώνα. Τα πατριωτικά κηρύγματα είχαν διαποτίσει τις ψυχές όλων των Ελλήνων και είχαν ανάψει στα στήθη της νεολαίας την ορμή για αγώνα.
Αίτια και Αφορμές
Η Ελλάδα και τα άλλα βαλκανικά κράτη, είχαν βλέψεις στις κατεχόμενες από την Οθωμανική Αυτοκρατορία περιοχές της Βαλκανικής Χερσονήσου, για να επιτύχουν την απελευθέρωση των «ομαιμόνων» πληθυσμών τους, οι οποίοι υπέφεραν υπό τον Οθωμανικό ζυγό, αλλά και για την εδαφική τους επέκταση. Στις βλέψεις και επιδιώξεις αυτές, οι οποίες σε πολλές περιπτώσεις συνέπιπταν, αποδίδονται τα αίτια του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου.
Τα αίτια υπήρχαν, οι ήδη συναφθείσες, μεταξύ των βαλκανικών κρατών, συμμαχίες έστω και διμερείς, ενίσχυαν τη θέση τους και τα καθιστούσαν ικανά να εμπλακούν και να ανταπεξέλθουν σε ένα πόλεμο κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Το μόνο που απέμενε ήταν να δοθεί η σχετική αφορμή. Και υπήρξαν πολλές από μέρους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας οι οποίες οδήγησαν στη βέβαιη, όπως προδιαγραφόταν, σύγκρουση.
Συγκεκριμένα:
Οι σφαγές των Χριστιανών που οργανώθηκαν από τις τουρκικές αρχές στη σερβική πόλη ΚΟΤΣΑΝΑ του Κοσσυφοπεδίου, τον Ιούλιο του 1912, ενώ είχε προηγηθεί η αιματηρή καταστολή της Αλβανικής Επαναστάσεως.
Η κατάσχεση από τις τουρκικές αρχές, μεγάλων ποσοτήτων σερβικού πολεμικού υλικού στα ΣΚΟΠΙΑ και η επίταξη όσων ελληνικών πλοίων βρί-σκονταν σε τουρκικά λιμάνια, τον Σεπτέμβριο.
Η παραβίαση των συνθηκών του 1832 που καθόριζαν το καθεστώς της ΣΑΜΟΥ με αποβίβαση στο νησί τουρκικών δυνάμεων και εκτόξευση πυρών κατά του επιβατηγού πλοίου «Ρούμελη», που εκτελούσε δρομολόγιο της γραμμής.
Τα σοβαρά μεθοριακά επεισόδια στα σύνορα με τη Βουλγαρία, Σερβία και το Μαυροβούνιο.
Η κινητοποίηση/επιστράτευση, υπό το πρόσχημα ασκήσεων στη Θράκη εκ μέρους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στις 16 Σεπτεμβρίου 1912, την οποία ακολούθησαν και οι σύμμαχοι χώρες την επομένη ημέρα.
Παρά τις παρεμβάσεις, που επιχείρησαν οι Μεγάλες Δυνάμεις ο πόλεμος δεν αποφεύχθηκε. Έτσι στις 25 Σεπτεμβρίου η κυβέρνηση του Μαυροβουνίου, αναλαμβάνοντας την πρωτοβουλία, κήρυξε τον πόλεμο κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας για να ακολουθήσουν η Σερβία και Βουλγαρία στις 4 και η Ελλάδα στις 5 Οκτωβρίου.
Τα Γεγονότα πριν τον Πόλεμο
Το Κομιτάτο των Νεοτούρκων, κατέλαβε την εξουσία στην Τουρκία με την επανάσταση του 1908. Παρά τις εξαγγελίες του, όμως, για φιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις, όχι μόνο δεν τηρούσε τους όρους της Συνθήκης του Βερολίνου, του 1878, που προέβλεπαν παραχώρηση εδαφών σε Ελλάδα, Σερβία, Βουλγαρία και Μαυροβούνιο και ευρύτατη αυτονομία των εθνικών μειονοτήτων που παρέμεναν στα εδάφη της Τουρκίας, αλλά ασκούσε όλο και πιο έντονη καταπίεση των μειονοτήτων αυτών.
Ήταν φανερό ότι οι Νεότουρκοι δεν επιθυμούσαν τη δημιουργία ενός συνταγματικού πολυεθνικού οθωμανικού κράτους, όπως είχαν επαγγελθεί, αλλά την εγκαθίδρυση ενός εθνικιστικού Τουρκικού συγκεντρωτικού κράτους. Κι έτσι, τα Βαλκανικά κράτη συμμαχούν, αποφασισμένα να υποστηρίξουν τα δικαιώματα των ομοεθνών τους. Και τον Σεπτέμβριο του 1912 επιδίδουν ταυτόχρονα διακοινώσεις-τελεσίγραφα στην Τουρκία. Εκείνη αντιδρά κηρύσσοντας γενική επιστράτευση, τα Βαλκανικά κράτη κάνουν το ίδιο, και ο πόλεμος αρχίζει για να τακτοποιηθούν παλιοί ανεξόφλητοι λογαριασμοί.
Αρχιστράτηγος των Ελληνικών δυνάμεων είναι και πάλι ο διάδοχος Κωνσταντίνος, ο νικημένος του Ελληνοτουρκικού Πολέμου του 1897. Σοφότερος όμως τώρα, και με την πολιτική καθοδήγηση του μεγάλου Ελευθέριου Βενιζέλου, ηγείται ενός στρατού καλά οργανωμένου, καλά εφοδιασμένου με σύγχρονα όπλα και άφθονο υλικό, και με υψηλό φρόνημα. Μέσα σε τρία χρόνια από τη στρατιωτική επανάσταση στο Γουδί, έχουν γίνει πραγματικά θαύματα στην Ελλάδα.
Οι Οθωμανοί Υποτίμησαν τις Δυνατότητες της Ελλάδας
Η πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα σφραγίστηκε από ευρείες αλλαγές σε διάφορα επίπεδα της πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης της χώρας. Τα εκρηκτικά ανοιχτά εθνικά θέματα, ιδίως οι εξελίξεις στην Κρήτη και τη Μακεδονία, τροφοδοτούσαν πολιτική ένταση υπαγορεύοντας άμεσες και αποτελεσματικές πρωτοβουλίες.
Ωστόσο, για μεγάλο χρονικό διάστημα οι Ελληνικές κυβερνήσεις εμφανίζονταν απρόθυμες να αναμιχθούν σε μια πολεμική αναμέτρηση με τους Οθωμανούς, έχοντας ως θλιβερό προηγούμενο την ταπείνωση στον πόλεμο του 1897. Ακολούθησαν έτσι την πολιτική που έχει μείνει γνωστή ως «άψογος στάση», προκαλώντας συχνά την αγανάκτηση και την αντίδραση της κοινής γνώμης, που απαιτούσε την υιοθέτηση μιας δυναμικής πολιτικής.
Την ίδια στιγμή, η πίεση προς την πολιτική ηγεσία και από τις τάξεις του στρατού ήταν συνεχής, αφού οι στρατιωτικοί επιθυμούσαν να πάρουν εκδίκηση για τις πολεμικές αποτυχίες του πρόσφατου παρελθόντος. Μέσα στο πλαίσιο αυτό ερμηνεύεται και το κίνημα στο Γουδί (1909), αλλά και η μετάβαση στην Αθήνα του φλογερού νεαρού δικηγόρου Ελευθερίου Βενιζέλου, ο οποίος ηγήθηκε της προσπάθειας ανανέωσης του πολιτικού κόσμου και ενός μεταρρυθμιστικού και εκσυγχρονιστικού προγράμματος.
Είναι γνωστό ότι ο Ελευθέριος Βενιζέλος και η κυβέρνησή του προετοιμάζονταν από καιρό για πόλεμο στα βόρεια της τότε Ελλάδας. Οι λόγοι που υπέβαλλαν κάτι τέτοιο ήταν οι ορέξεις της Βουλγαρίας για τη Μακεδονία και η κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει ο «Μεγάλος Ασθενής»;
Τόσο ο Ελευθέριος Βενιζέλος όσο και η πλειοψηφία του τότε πολιτικού κόσμου μπορούσαν να διακρίνουν πως από τη μια η αποσύνθεση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και από την άλλη η κορύφωση του εθνικιστικού παροξυσμού σε όλα σχεδόν τα Βαλκανικά εθνικά κράτη καθιστούσαν μια ένοπλη αναμέτρηση στον χώρο της μείζονος γεωγραφικής Μακεδονίας αναπόφευκτη.
Την ίδια στιγμή οι βαθιές πληγές που η πρόσφατη, ένοπλη φάση του Μακεδονικού Αγώνα (1904-1908) είχε ανοίξει στις Ελληνο-Βουλγαρικές σχέσεις μαρτυρούσαν πως η Ελλάδα και η Βουλγαρία επρόκειτο να συγκρουστούν με σφοδρότητα για την κληρονομιά που θα άφηνε πίσω της η καταρρέουσα Υψηλή Πύλη.
Ο Ελευθέριος Βενιζέλος ήταν ένας διορατικός και τολμηρός πολιτικός, ο οποίος δεν δίσταζε να αναλάβει πρωτοβουλίες, εφόσον έκρινε ότι αυτό θα εξυπηρετούσε τα εθνικά συμφέροντα. Στο πλαίσιο αυτό γνώριζε καλά πως ο ύψιστος στόχος των Χριστιανικών κρατών της Βαλκανικής ήταν η εκδίωξη των Οθωμανών από τα Βαλκάνια και ο τερματισμός της μακραίωνης Οθωμανικής κυριαρχίας. Όλα τα υπόλοιπα μπορούσαν να περιμένουν τη διευθέτησή τους.
Έτσι η σύμπραξη με τα υπόλοιπα Βαλκανικά εθνικά κράτη στις παραμονές του Α’ Βαλκανικού Πολέμου φάνταζε απόλυτα λογική εξέλιξη προκειμένου να προστατευθούν οι Χριστιανικοί πληθυσμοί της περιοχής από τις αυθαιρεσίες των Οθωμανών, που είχαν κορυφωθεί μετά τη Νεοτουρκική Επανάσταση του 1908.
Παρά την οδυνηρή στρατιωτική ήττα και ταπείνωση στον πόλεμο με την Οθωμανική αυτοκρατορία το 1897, και εν μέσω οξείας οικονομικής κρίσης, η Ελλάδα είχε προχωρήσει σε αναδιοργάνωση του στρατεύματος, εξοπλίζοντάς το με σύγχρονο πολεμικό υλικό και φροντίζοντας για τη μετεκπαίδευση των αξιωματικών σε χώρες της δυτικής Ευρώπης. Το ηθικό ήταν υψηλό, ενώ τα συνεχή γυμνάσια εξασφάλιζαν το αξιόμαχό του.
Ιδιαίτερη αναφορά πρέπει να γίνει στον Ελληνικό στόλο, ο οποίος είχε ενισχυθεί ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα με παραγγελίες πολεμικών πλοίων. Ανάμεσά τους ξεχωριστή θέση κατέχει το «Αβέρωφ», το θωρηκτό που με τη δράση του στη διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων άνοιξε τον δρόμο των μεγάλων ναυτικών επιτυχιών που οδήγησαν στην επικράτηση του Ελληνικού πολεμικού ναυτικού στη θάλασσα.
Μάλιστα η δράση του Ελληνικού στόλου είχε τεθεί, ήδη από τις παραμονές των πολεμικών επιχειρήσεων, και από τις άλλες Βαλκανικές χώρες ως προϋπόθεση για την επικράτησή τους έναντι των Οθωμανών, αφού θα εμπόδιζε τον ανεφοδιασμό των Οθωμανικών στρατευμάτων διά θαλάσσης, συντελώντας έτσι αποφασιστικά στην αποδυνάμωσή τους.
Ο Ελληνικός λαός, σχεδόν στο σύνολό του, ζούσε με την προσμονή της εκπλήρωσης του ονείρου της Μεγάλης Ιδέας, της εδαφικής δηλαδή ολοκλήρωσης της Ελλάδας και της απελευθέρωσης των αλύτρωτων αδελφών. Το ενδεχόμενο σύγκρουσης με την Οθωμανική αυτοκρατορία γινόταν δεκτό με ενθουσιασμό.
Αξίζει να σημειωθεί επίσης πως επί δεκαετίες, και μολονότι οι Ελληνικές κυβερνήσεις παρέμεναν αδρανείς, διάφορες μυστικές «πατριωτικές» εταιρείες, στις οποίες συμμετείχαν εξέχουσες μορφές της πολιτικής, κοινωνικής και πνευματικής ζωής του τόπου, συμμετείχαν ενεργά υποθάλποντας διάφορες επαναστάσεις στις αλύτρωτες ιστορικές Ελληνικές χώρες. Έτσι, η κήρυξη του πολέμου έγινε δεκτή με ενθουσιασμό, τα βάσανα των Ελλήνων σε Κρήτη και Μακεδονία εξήγειραν συνειδήσεις, η ώρα της «εξιλέωσης» είχε πλέον φθάσει.
Η κατάσταση κατά μήκος των συνόρων ήταν από καιρό τεταμένη, αφού εκτός από τις στρατιωτικές κινήσεις των αντιμαχομένων, εγγενή προβλήματα όπως η ληστεία και το λαθρεμπόριο επέτειναν την ανασφάλεια και τον φόβο. Ιδιαίτερα στη Μακεδονία η θέση των Ελλήνων είχε επιδεινωθεί μετά το κίνημα των Νεότουρκων το 1908, αφού το νέο καθεστώς εξαπέλυσε διώξεις εναντίον τους επιχειρώντας να εξουδετερώσει οποιαδήποτε πιθανή εστία αντίστασης.
Η έναρξη των πολεμικών συγκρούσεων και η ταχεία κατάρρευση της Οθωμανικής αντίστασης μαρτυρούσαν τη σύγχυση αλλά και την ελλιπή προετοιμασία των Οθωμανών. Γνωρίζουμε σήμερα πως οι Οθωμανικές αρχές είχαν υποτιμήσει τις δυνατότητες του Ελληνικού στρατού αλλά και την πρόθεση της Ελληνικής κυβέρνησης να εμπλακεί στις πολεμικές αντιπαραθέσεις.
Επιπλέον, τα προβλήματα στη συνεννόηση των οθωμανικών μονάδων μεταξύ τους καθώς και η έλλειψη πολεμοφοδίων και τροφίμων για τον Οθωμανικό στρατό ήταν ενδείξεις σοβαρών εσωτερικών προβλημάτων και πολιτικών αδιεξόδων. Σαφή ένδειξη της σύγχυσης στο εσωτερικό των Οθωμανών αποτελεί η ταχεία προέλαση του Ελληνικού στρατού από τον Σαραντάπορο στη Θεσσαλονίκη σε μόλις είκοσι μέρες, αλλά και οι βαρύτατες ήττες τους στις συγκρούσεις με τους Βουλγάρους στο μέτωπο της Θράκης.
Οι πρώτες ειδήσεις για την ταχεία προέλαση του Ελληνικού στρατού προκάλεσαν ρίγη συγκίνησης στην Αθήνα. Η ενότητα της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας, στο πρόσωπο του πρωθυπουργού Βενιζέλου και του Διαδόχου Αρχιστρατήγου Κωνσταντίνου, λειτουργούσε ενοποιητικά αλλά και ενισχυτικά της εθνικής προσπάθειας. Οι νίκες των Βαλκανικών πολέμων τόνωσαν την εθνική αυτοπεποίθηση. Ήταν οι πρώτες ουσιαστικά επιτυχίες, μετά την Ελληνική Επανάσταση, εναντίον των άλλοτε πανίσχυρων Οθωμανών.
Ακόμη μεγαλύτερη υπήρξε η συγκίνηση των κατοίκων των νεοαπελευθερωμένων περιοχών. Η καταπίεση, οι διακρίσεις και οι ταπεινώσεις είχαν επιτέλους λάβει τέλος. Σε όλες τις απελευθερωμένες περιοχές οι καμπάνες χτυπούσαν χαρμόσυνα, οι κάτοικοι ξεχύνονταν στους δρόμους, παρελάσεις και εορταστικές εκδηλώσεις ολοκλήρωναν το εορταστικό σκηνικό. Το όνειρο της απελευθέρωσης είχε πραγματοποιηθεί, δικαιώνοντας τη θυσία όσων επί δεκαετίες είχαν αγωνιστεί για τα δίκαια του έθνους.greekworldhistory
The post 4 Σεπτεμβρίου 1912 Ελλάδα, Βουλγαρία και Σερβία κατά της πύλης… Αρχή του Α” Βαλκανικού Πολέμου appeared first on hellasforce.
from hellasforce | Ανεξάρτητο Ειδησεογραφικό Δίκτυο http://ift.tt/1rJDsRI
via IFTTT
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου